• 4 Ιουνίου 2019
  • dimil
  • 0

ΦΛΕΓΜΟΝΕΣ & ΡΑΓΟΕΙΔΙΤΙΔΑ

Ραγοειδίτιδα

Ραγοειδίτιδα είναι φλεγμονή του ραγοειδούς χιτώνα του οφθαλμού. Ο ραγοειδής χιτώνας βρίσκεται μεταξύ του εξωτερικού, λευκού, χιτώνα του οφθαλμού που ονομάζεται σκληρός και του εσωτερικού χιτώνα που ονομάζεται αμφιβληστροειδής. Ο ραγοειδής χιτώνας περιλαμβάνει την ίριδα, το ακτινωτό σώμα και τον χοριοειδή χιτώνα.

Στις ραγοειδίτιδες δεν φλεγμαίνει μόνο ο ραγοειδής χιτώνας αλλά και άλλες περιοχές όπως ο φακός, ο αμφιβληστροειδής, το οπτικό νεύρο και το υαλοειδές σώμα με αποτέλεσμα ελάττωση οράσεως. Η κλινική πορεία της νόσου μπορεί να είναι οξεία, υποτροπιάζουσα ή χρόνια. Οι πιο σοβαρές μορφές ραγοειδίτιδας είναι οι υποτροπιάζουσες και οι χρόνιες.

Ραγοειδίτιδα μπορεί να προκληθεί από:

  • επίθεση από το αμυντικό σύστημα του ίδιου οργανισμού (αυτοάνοσος νόσος),
  • μολύνσεις διαφόρων ειδών (ιοί, μικρόβια, βακτήρια, παράσιτα)
  • νεοπλασίες του οφθαλμού η άλλων ιστών/οργάνων
  • τραυματισμό του οφθαλμού
  • τοξίνες που φθάνουν στον οφθαλμό μέσω της κυκλοφορίας
  • κάποια συστηματική πάθηση
  • παρελθοντική χειρουργική επέμβαση

Πως ομαδοποιούνται τα είδη της ραγοειδίτιδας;

  • πρόσθια ραγοειδίτιδα (ή ιριδοκυκλίτιδα), όπου προσβάλλεται το πρόσθιο τμήμα του οφθαλμού. Είναι η συχνότερη μορφή και αντιμετωπίζεται συνήθως με σταγόνες
  • οπίσθια ραγοειδίτιδα, όπου προσβάλλεται το οπίσθιο τμήμα του οφθαλμού και συχνά απαιτούνται χάπια ή ενέσεις για τη θεραπεία
  • διάμεση ραγοειδίτιδα, όπου προσβάλεται η περιοχή ανάμεσα στο πρόσθιο και οπίσθιο τμήμα του οφθαλμού

Είναι δυνατόν να εμφανίσει κανείς ταυτόχρονα τόσο πρόσθια όσο και οπίσθια ραγοειδίτιδα. Όταν η ραγοειδίτιδα είναι γενικευμένη (φλεγμονή και των τριών τμημάτων), τότε καλείται πανραγοειδίτιδα. Οι πιο σοβαρές μορφές ραγοειδίτιδας είναι η διάμεση, οπίσθια και πανραγοειδίτιδα. Αυτές μπορεί να προκαλέσουν μη αναστρέψιμη ελάττωση οράσεως εάν δεν θεραπευτούν έγκαιρα.

Συμπτώματα

  • ερυθρότητα
  • άλγος
  • θολή όραση
  • φωτοευαισθησία (φωτοφοβία)
  • μυοψίες (μαύρες κηλίδες σε τμήματα των οπτικών πεδίων)
  • ελάττωση οράσεως